ἄκμηνος

ἄκμηνος
Grammatical information: adj.
Meaning: `fasting of (food)' (Il., only in T)
Origin: IE [Indo-European] [557] *ḱemh₂- `get tired'
Etymology: A Scholion on Τ 163 derives it from Aeol. ἄκμα, which Hesychius explains as νηστεία, ἔνδεια. Bechtel Lex. compares κομῶσα γέμουσα H., which would give α privativum and zero grade -κμ-; very uncertain. Further Bq. and Pisani AnFilCl. 5, 93. Fur. 369 compares OGeorg. si-q̇mili `hunger' etc.; very uncertain. Blanc BSL 94, 1999, 317-338 proposes derivation from *ḱemh₂- (κάμνω) `care (for)', which gives `(though) not (properly) cared for' (cf. πολύκμητος); attractive.
Page in Frisk: 1,54

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άκμηνος — ἄκμηνος, ον (Α) ο νηστικός, αυτός που δεν έχει φάει ή δεν θέλει να φάει τίποτε. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Οι αρχαίοι σχολιαστές συνδέουν το επίθ. με την αιολ. λ. ἄκμη, που κατά τον Ησύχιο: ἄκμα «νηστεία, ένδεια»] …   Dictionary of Greek

  • ακμηνός — ἀκμηνός, ή, ὸν (Α) [ἀκμή] αυτός που βρίσκεται σε μεγάλη ανάπτυξη, ο ακμαίος …   Dictionary of Greek

  • ἀκμηνός — full grown masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκμηνος — fasting from masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκμηνον — ἄκμηνος fasting from masc/fem acc sg ἄκμηνος fasting from neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκμηνούς — ἀκμηνός full grown masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκμήνους — ἄκμηνος fasting from masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκμηνοι — ἄκμηνος fasting from masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακμή — Η κόψη, το κοφτερό τμήμα ενός μεταλλικού οργάνου που κόβει ή χαράζει. Το κρίσιμο σημείο, η καμπή, ο κίνδυνος. Το κορύφωμα, η πλήρης ανάπτυξη, η ωριμότητα ενός πράγματος ή μιας κατάστασης. (Γεωμ.) α. δίεδρης γωνίας. Η κοινή ευθεία που σχηματίζουν… …   Dictionary of Greek

  • ἀκμηνάς — ἀκμηνά̱ς , ἀκμηνός full grown fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • kemǝ-, komǝ-, kmā- —     kemǝ , komǝ , kmā     English meaning: piece     Deutsche Übersetzung: “Bissen”?     Material: Gk. ἄκμηνος “ without Imbiß, hungry”, ἄκμᾱ (Eol.) νηστεία, ἔνδεια Hes.; zero grade κομῶσα γέμουσα Hes.? Ltv. kumuôss “morsel, mouthful” ( um… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.